Αγροτικά: Μαζικές εκριζώσεις ροδακινιών, με τις ακτινιδιές να παίρνουν τη θέση τους

Ραγδαία μεταβάλλεται ο χάρτης των δενδρωδών καλλιεργειών στην Ελλάδα, με την ακτινιδιά να κερδίζει συνεχώς έδαφος και τις ροδακινιές -κυρίως συμπύρηνες, να ξεριζώνονται μαζικά, τόσο στη Βόρεια Ελλάδα, όσο και σε ολόκληρη τη χώρα. Οι αριθμοί, το αυξημένο κόστος παραγωγής και κυρίως οι πιεσμένες τιμές παραγωγού ωθούν τους αγρότες σε μια στρατηγική αναπροσαρμογή, μετατρέποντας το ακτινίδιο σε «χρυσό» προϊόν και το συμπύρηνο ροδάκινο σε καλλιέργεια με ολοένα και μεγαλύτερες ζημιές.

Η στροφή προς την ακτινιδιά κερδίζει ολοένα και περισσότερο την εμπιστοσύνη των παραγωγών που αναζητούν βιωσιμότητα και σταθερό εισόδημα. Ωστόσο, χωρίς στρατηγικό σχεδιασμό, ποικιλιακή διαφοροποίηση και ουσιαστικές επενδύσεις σε υποδομές, το σημερινό πλεονέκτημα μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε αυριανό κίνδυνο υπερπροσφοράς.

Τα παραπάνω επισημαίνει, μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, ο αντιπρόεδρος της Εθνικής Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών (ΕΘΕΑΣ), Χρήστος Γιαννακάκης, πρόεδρος της Κοινοπραξίας Συνεταιρισμών Ομάδων Παραγωγών Νομού Ημαθίας και αντιπρόεδρος του ΔΣ του Αγροτικού Συνεταιρισμού Βέροιας Venus Growers, υπογραμμίζοντας εμφατικά ότι «η καλλιέργεια συμπύρηνου, κυρίως, ροδάκινου σε βάζει μέσα, ενώ αυτή του ακτινιδίου σου δίνει λεφτά».

Χιλιάδες στρέμματα ροδάκινων υπό πίεση

Σήμερα, σύμφωνα με τον ίδιο, η καλλιέργεια ροδάκινου –συμπύρηνου και επιτραπέζιου– καλύπτει περίπου 360.000 στρέμματα σε πανελλαδικό επίπεδο, ενώ τα νεκταρίνια εκτείνονται σε επιπλέον 100.000 στρέμματα. Οι βασικές ζώνες παραγωγής εντοπίζονται στην Κεντρική και τη Δυτική Μακεδονία και στη Θεσσαλία.

«Οι εκριζώσεις ροδακινιάς αποτελούν πλέον αδιαμφισβήτητο γεγονός», τονίζει ο κ. Γιαννακάκης, αποδίδοντας την εξέλιξη αυτή στις χαμηλές τιμές παραγωγού, που κινούνται στα 0,30-0,32 ευρώ το κιλό, σε συνδυασμό με το υψηλό και διαρκώς αυξανόμενο κόστος καλλιέργειας.

Στον αντίποδα, όπως επισημαίνει, το ακτινίδιο αποδεικνύεται σαφώς πιο ελκυστικό για τους παραγωγούς, προσφέροντας τιμές κοντά στο ένα ευρώ το κιλό και σημαντικά χαμηλότερο κόστος παραγωγής. Η ακτινιδιά, όπως εξηγεί, απαιτεί περίπου το ένα τρίτο των ψεκασμών σε σχέση με τη ροδακινιά, η συγκομιδή γίνεται με ένα μόνο «χέρι», ενώ το αραίωμα δεν είναι πάντοτε απαραίτητο.

Στο ίδιο πλαίσιο, σύμφωνα με στοιχεία του 2023 και τις δηλώσεις ΟΣΔΕ, η καλλιέργεια ακτινιδιάς στην Ελλάδα καλύπτει περίπου 160.000 στρέμματα, με τον ρυθμό των νέων φυτεύσεων να χαρακτηρίζεται ιδιαίτερα δυναμικός. Το μεγαλύτερο ενδιαφέρον, σύμφωνα με τον ίδιο, καταγράφεται σε περιοχές όπως η Κεντρική Μακεδονία, η Άρτα, η Ξάνθη, η Καβάλα και η Αιτωλοακαρνανία, όπου η στροφή των παραγωγών είναι πλέον εμφανής.

Η μέση ετήσια παραγωγή προσεγγίζει τους 300.000 τόνους και εκτιμάται ότι μπορεί να φτάσει τους 400.000 τόνους, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα υπάρξουν σοβαρές ζημιές από ακραία καιρικά φαινόμενα. Την ανοδική αυτή πορεία ενισχύει η μέση απόδοση της καλλιέργειας, η οποία -κατά μέσο όρο- ανέρχεται σε περίπου 2,5 τόνους ανά στρέμμα, επιβεβαιώνοντας τη δυναμική του προϊόντος.

Ποια είναι τα αγκάθια – Μονοκαλλιέργεια και αποθήκευση

Παρά την αδιαμφισβήτητη δυναμική του προϊόντος, τα προβλήματα δεν απουσιάζουν και, όπως επισημαίνει ο κ. Γιαννακάκης, «πρέπει να τα δούμε με σοβαρότητα και να δράσουμε άμεσα, ώστε να προλάβουμε τις εξελίξεις και να προετοιμαστούμε κατάλληλα για τις προκλήσεις της συγκυρίας».

Το 95% της ελληνικής παραγωγής αφορά την πράσινη ποικιλία Hayward, ενώ μόλις το 5% αφορά κιτρινόσαρκες ποικιλίες, τη στιγμή που οι διεθνείς καταναλωτικές τάσεις στρέφονται ολοένα και περισσότερο προς τα κιτρινόσαρκα ακτινίδια, όπως αναφέρει.

Ενδεικτικά, η Νέα Ζηλανδία, ηγέτιδα δύναμη παγκοσμίως με παραγωγή 600.000 τόνων, καλλιεργεί ήδη κατά 40% κιτρινόσαρκες ποικιλίες, ενώ η Ιταλία έχει φτάσει το 20%, με αυξητική τάση.

Την ίδια στιγμή, σοβαρό δυνάμει ζήτημα για τη χώρα αποτελεί η έλλειψη ψυκτικών αποθηκευτικών χώρων. Η συνολική διαθέσιμη δυναμικότητα δεν ξεπερνά τους 250.000 τόνους, την ώρα που η συγκομιδή του κύριου όγκου της παραγωγής ξεκινά γύρω στις 15 Οκτωβρίου και ολοκληρώνεται έως τα μέσα Νοεμβρίου. Η μαζική και ταυτόχρονη είσοδος μεγάλων ποσοτήτων στην αγορά, χωρίς επαρκείς δυνατότητες αποθήκευσης, ενδέχεται να ασκήσει έντονη πίεση στις τιμές, εάν δεν υπάρξουν άμεσες επενδύσεις σε υποδομές, όπως διευκρινίζει ο ίδιος.

Εξαγωγές και νέες αγορές

Το ακτινίδιο παραμένει έντονα εξαγώγιμο προϊόν και η πρόσβαση σε νέες αγορές προϋποθέτει την υπογραφή φυτοϋγειονομικών πρωτοκόλλων, μια διαδικασία που μπορεί να διαρκέσει έως και πέντε χρόνια.

Σε συνεργασία με τους συνεταιρισμούς και το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, και ειδικότερα με την υπηρεσία φυτοπροστασίας, βρίσκονται στο τελικό στάδιο έγκρισης οι εξαγωγές προς το Βιετνάμ, ενώ ακολουθούν οι αγορές του Μεξικού και της Ιαπωνίας. Παράλληλα, η αγορά της Βραζιλίας άνοιξε την περίοδο 2024-2025, με αποστολές 10.000 τόνων, και εκτιμάται ότι μέχρι το τέλος Μαΐου οι εξαγωγές θα ξεπεράσουν τους 15.000 τόνους.

Σήμερα, βασικές αγορές για το ελληνικό ακτινίδιο παραμένουν η Ισπανία, η Ιταλία, οι ΗΠΑ, η Πολωνία, η Ουκρανία, ο Καναδάς, χώρες της Λατινικής Αμερικής, καθώς και η Νότια Κορέα που άνοιξε πρόσφατα, οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες καθώς και αυτές της Μέσης Ανατολής.

ΑΠΕ-ΜΠΕ/Ελ. Αλεξιάδου
Προηγούμενο άρθροΗΠΑ: Ο Τραμπ χαρακτήρισε “πράξη μεγάλης ηλιθιότητας” τη συμφωνία της Βρετανίας για την επιστροφή της κυριαρχίας των Νησιών Τσάγκος στον Μαυρίκιο
Επόμενο άρθροΠλατύ: Έφυγε από τη ζωή ο Θωμάς (Μάκης) Μουσκεφτάρας