Διαχρονική αποδεικνύεται παρουσία της φροντιστηριακής εκπαίδευσης στην Ελλάδα, καθώς οι πρώτες αναφορές σε «φροντιστήριο» γίνονται ήδη από τον 17ο αιώνα, ενώ μέχρι σήμερα ο όρος έχει χρησιμοποιηθεί για να περιγράψει διάφορες και διαφορετικές μεταξύ τους μορφές εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, τάξεων και βαθμίδων.
Στο νέο βιβλίο του ΚΑΝΕΠ / ΓΣΕΕ, με τίτλο «Η Οργανωμένη Φροντιστηριακή Εκπαίδευση στη Σύγχρονη Ελλάδα», που κυκλοφόρησε την περασμένη εβδομάδα, πέραν των αποτελεσμάτων της τριετούς έρευνας του φορέα για την οργανωμένη φροντιστηριακή γενική εκπαίδευση στην Ελλάδα —τα βασικά εκ των οποίων είχαν δημοσιευθεί ήδη τον Μάρτιο 2025—, περιλαμβάνεται μία ανάλυση για την εμφάνιση και την εξέλιξη του θεσμού των φροντιστηρίων στη νεότερη και σύγχρονη Ελλάδα. «Η ιστορικότητα του φαινομένου έχει ιδιαίτερη σημασία, γιατί δείχνει ότι τα φροντιστήρια δεν αποτελούν μια πρόσφατη εκπαιδευτική εκτροπή, αλλά έναν θεσμό που συνυφαίνεται με τη μακρά διάρκεια της ελληνικής εκπαίδευσης», ανέφερε, μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Χρήστος Γούλας, Γενικός Διευθυντής του Ινστιτούτου Εργασίας (ΙΝΕ) και του Κέντρου Ανάπτυξης Εκπαιδευτικής Πολιτικής (ΚΑΝΕΠ) της ΓΣΕΕ.
Όπως επισημαίνεται στο βιβλίο, ο όρος «φροντιστήριο» εμφανίζεται ήδη από τον 17ο αιώνα, ενώ στη νεότερη Ελλάδα συνδέεται διαδοχικά με τα ακαδημαϊκά φροντιστήρια του Πανεπιστημίου Αθηνών, με τις πρώτες προπαρασκευαστικές φροντιστηριακές τάξεις στα τέλη του 19ου αιώνα και, στη συνέχεια, με την επέκταση των εισαγωγικών εξετάσεων. «Με αυτή την έννοια, τα φροντιστήρια δεν αναπτύχθηκαν στο περιθώριο του σχολείου, αλλά ιστορικά δίπλα του, ως παράλληλος μηχανισμός προετοιμασίας, επιλογής και κοινωνικής κινητικότητας, με βαθιές ρίζες στις στρατηγικές και στις προσδοκίες της ελληνικής οικογένειας», κατέληξε ο κ. Γούλας. Αναφορές από τον 17ο αιώνα Σύμφωνα με τις συγγραφείς του συγκεκριμένου κεφαλαίου, που αναφέρεται στη διαχρονία των φροντιστηριακών δομών, Δέσποινα Καρακατσάνη και Παυλίνα Νικολοπούλου ο όρος «φροντιστήριο» εμφανίζεται ήδη από τον 17ο αιώνα και αποδιδόταν, σύμφωνα με την αρχαΐζουσα γλώσσα την οποία χρησιμοποιούσαν οι λόγιοι την εποχή εκείνη, σε ελληνικά σχολεία που ιδρύονταν και λειτουργούσαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Χαρακτηριστικά, στα φροντιστήρια της εποχής συγκαταλέγονται η Μεγάλη του Γένους Σχολή και οι ελληνικές σχολές της Βλαχίας, καθώς επίσης και αξιόλογα σχολεία του ελληνισμού στον Πόντο, όπως τα Φροντιστήρια Αργυρουπόλεως και Κερασούντας, το Πρότυπο σχολείο του Πόντου καθώς και το Φροντιστήριο Τραπεζούντας. Η σύνδεση με την Ανώτατη Εκπαίδευση Κατά τον 19ο αιώνα, ο όρος συνδέθηκε με την ανώτατη εκπαίδευση και το Πανεπιστήμιο Αθηνών. Τα επονομαζόμενα «Φροντιστήρια» αποτελούσαν θεσμό ακαδημαϊκών φροντιστηρίων, συνδεόμενα με την προαγωγή της επιστήμης, τη μόρφωση των μελλοντικών θεραπόντων της, τη διεύρυνση του κρατικού σχολείου και την επέκταση της λαϊκής παιδείας. Οι πρώτες πρώτες φροντιστηριακές τάξεις στο Πανεπιστήμιο Αθηνών ιδρύθηκαν κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα, εντασσόμενες στο γενικότερο πλαίσιο της ανορθωτικής και αναπτυξιακής προσπάθειας που εκφράστηκε τότε κυρίως από τον Χαρίλαο Τρικούπη.
Μάλιστα, οι μεταρρυθμίσεις που προτάθηκαν το 1899 περιελάμβαναν, μεταξύ άλλων, την ίδρυση ενός μεγάλου αριθμού εργαστηρίων και φροντιστηρίων, με σκοπό την εξάσκηση των φοιτητών στα όσα διδάσκονταν. Έτσι, ο όρος «φροντιστήριο» συνδέθηκε ήδη από τότε με την εξάσκηση και την εμπέδωση γνώσεων. Ωστόσο, η πρώτη φροντιστηριακή τάξη, με την έννοια της προπαρασκευαστικής διαδικασίας για την εισαγωγή στην ανώτατη εκπαίδευση, συνδέεται με το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο. Ιδρυθέν το 1836 ως τεχνική σχολή, το 1887 άρχισε να λειτουργεί ως ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα. Μέσα στο πλαίσιο αναβάθμισης του ρόλου του, προτάθηκε η ίδρυση λυκείου για την κατάλληλη προετοιμασία των υποψήφιων φοιτητών του. Με αυτόν το σκοπό, ιδρύθηκε το Βαρβάκειο Λύκειο —συντηρούμενο από τα έσοδα του κληροδοτήματος Βαρβάκη— η όγδοη τάξη του οποίου αποσκοπούσε στην εμπέδωση των ήδη αποκτημένων γνώσεων και στην προετοιμασία όσων επιθυμούσαν να συμμετέχουν στις εισαγωγικές εξετάσεις στη Σχολή Ευελπίδων και στο Πολυτεχνείο.
Η τάξη αυτή λειτούργησε για τρεις δεκαετίες, όταν ο τότε διευθυντής του Πολυτεχνείου, ‘Αγγελος Γκίνης, εισηγήθηκε την ίδρυση προπαρασκευαστικής τάξης στο ίδιο το εκπαιδευτικό ίδρυμα. «Από όσα γνωρίζουμε ήταν η πρώτη φροντιστηριακή τάξη που θεσμοθετήθηκε στη χώρα και στην ίδρυσή της αντανακλώνται, ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα, ορισμένοι από τους καθοριστικούς παράγοντες που οδήγησαν στην επέκταση και στην ένταση της φροντιστηριακής διδασκαλίας στη δευτεροβάθμια, κυρίως, εκπαίδευση, από το δεύτερο μισό του 20ού αιώνα και έπειτα», αναφέρουν χαρακτηριστικά οι κ.κ. Καρακατσάνη και Νικολοπούλου. Οι πρώτες νομοθετικές ρυθμίσεις Η ελληνική Πολιτεία προχώρησε σε νομοθέτηση σχετικά με τη φροντιστηριακή εκπαίδευση κατά τα τελευταία χρόνια του Μεσοπολέμου. Αυτό καταδεικνύει, σύμφωνα με τις συγγραφείς, ότι κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα και κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου, η φροντιστηριακή διδασκαλία επεκτάθηκε τόσο, ώστε χρειάστηκε πλέον νομοθετική παρέμβαση για να ρυθμίσει τη λειτουργία της. Με την ίδρυση νέων τμημάτων στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, νέων ανώτατων σχολών και πανεπιστημίων (ΑΠΘ, Πάντειο) ο χώρος της ανώτατης εκπαίδευσης της Ελλάδας διευρύνθηκε και καθιερώθηκαν εισαγωγικές εξετάσεις για καθορισμένο αριθμό εισακτέων, για τη φοίτηση στις νέες σχολές.
«Στις εφημερίδες της εποχής συναντά κανείς διαφημίσεις για την προετοιμασία των υποψηφίων ειδικά στις εισαγωγικές εξετάσεις των σχολών αυτών, ενώ λειτουργούν και φροντιστήρια εξειδικευμένα αποκλειστικά γι’ αυτές», σημειώνεται στο βιβλίο. Επί της δικτατορικής κυβέρνησης Μεταξά το 1937, έγινε μία πρώτη προσπάθεια να οριστεί η έννοια των φροντιστηρίων και να οριοθετηθεί τρόπος λειτουργίας τους, με αποκορύφωμα τον Αναγκαστικό Νόμο του 1940. «Οι περιορισμοί που επιχειρεί να θέσει ο νομοθέτης μας δίνουν την εικόνα ενός χώρου ο οποίος κατά τα προηγούμενα χρόνια αναπτυσσόταν, τουλάχιστον ως έναν βαθμό άναρχα», σημειώνουν οι συγγραφείς. Αξίζει να σημειωθεί, ότι εκείνη την εποχή τα τμήματα των φροντιστηρίων λειτουργούσαν με πολύ μικρό αριθμό μαθητών. Η παράλληλη ανάπτυξη των θεσμών Μεταπολεμικά, κατά τη δεκαετία του 1950, αν και η δομή του εξεταστικού συστήματος για την ανώτατη εκπαίδευση παρέμεινε ίδια, οι απαιτήσεις των σχολών αυξήθηκαν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, το ότι σε αρκετές περιπτώσεις παρατηρούνταν αναντιστοιχία των θεμάτων με τα όσα είχαν διδαχθεί οι υποψήφιοι στο γυμνάσιο.
Έτσι, η επιλογή για μαθήματα σε φροντιστήριο γινόταν μονόδρομος, καθώς εκεί οι υποψήφιοι μπορούσαν να προετοιμάσουν τους μαθητές όχι μόνο στα θέματα που υπήρχαν στη διδακτέα ύλη, αλλά και σε εξεζητημένα θέματα που αντλούσαν από τη βιβλιογραφία. Ακολούθησε η μεταρρύθμιση του 1964, η οποία, μεταξύ άλλων, καθιέρωσε τη δημόσια δωρεάν παιδεία, τη δημοτική ως επίσημη γλώσσα του σχολικού θεσμού και θέσπισε τη δωρεάν χορήγηση σχολικών βιβλίων. Αποτέλεσμα ήταν η αύξηση του μαθητικού και του φοιτητικού πληθυσμού, η ευκολότερη πρόσβαση των μαθητών από αγροτικές κυρίως περιοχές στην ανώτατη εκπαίδευση, καθώς επίσης και η ταύτιση της εξεταστέας ύλης για τα ανώτατα ιδρύματα με την επίσημη θεσμοθετημένη σχολική γνώση -καθώς η ύλη των εξεταζόμενων μαθημάτων ήταν πλέον πάντα καθορισμένη-, και οδήγησαν, μεταξύ άλλων, στην αυξημένη ζήτηση για φροντιστηριακή βοήθεια.
Η ενίσχυση του σχολικού δικτύου συνοδεύτηκε από ενίσχυση του φροντιστηριακού δικτύου, το οποίο την εποχή αυτή επεκτάθηκε και στην επαρχία. Την περίοδο της Δικτατορίας των Συνταγματαρχών (1967-1974), τα φροντιστήρια συνέχισαν να αναπτύσσονται, καθώς η δυσαναλογία υποψηφίων-εισακτέων και το κλίμα αβεβαιότητας που κυριαρχούσε οδηγούσε τους μαθητές στα φροντιστήρια προκειμένου να ενισχύσουν τις προσπάθειές τους, να διαφοροποιηθούν από άλλους και να αποκτήσουν άμεσα και σε γρήγορο χρονικό διάστημα τις ικανότητες που χρειάζονται για να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις των εισαγωγικών εξετάσεων. Ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί ότι η Χούντα επενέβη στον κλάδο των φροντιστηρίων, θέτοντας αυστηρά κριτήρια λειτουργίας, ενώ αρκετοί καθηγητές εξορίστηκαν ή φυλακίστηκαν. Κατά τη Μεταπολίτευση, με το Σύνταγμα του 1975, και το άρθρο 16 που κατοχυρώνει τη δημόσια δωρεάν Παιδεία, και με τη μεταρρύθμιση του 1976, η οργάνωση της Παιδείας παίρνει τη μορφή που σε γενικές γραμμές γνωρίζουμε μέχρι σήμερα. Οι μεταρρυθμιστικές πρωτοβουλίες που παρθήκαν από της κυβερνήσεις κατά τις πέντε αυτές δεκαετίες, αν και στόχευσαν στον περιορισμό της φροντιστηριακής εκπαίδευσης, δεν μπόρεσαν να περιορίσουν τη δυναμική της και τη σύνδεση της με τον οικογενειακό οικονομικό προγραμματισμό. Ήδη από το 1976, υπάρχουν αναφορές για την οικονομική επιβάρυνση που επιφέρει στα ελληνικά νοικοκυριά. Η φροντιστηριακή εκπαίδευση σήμερα: Τα στοιχεία της έρευνας Τα αποτελέσματα της έρευνας του ΚΑΝΕΠ/ΓΣΕΕ για την οργανωμένη φροντιστηριακή εκπαίδευση στην Ελλάδα, καταδεικνύουν μία έντονη σύνδεση με τις Πανελλαδικές Εξετάσεις και τον οικονομικό προγραμματισμό των ελληνικών οικογενειών.
Πιο συγκεκριμένα, τα ελληνικά νοικοκυριά δαπάνησαν για τα φροντιστήρια 614 εκατ. ευρώ το 2023, το υψηλότερο ποσό που καταγράφηκε για την τελευταία δεκαετία. Μάλιστα, από το 2021 η δαπάνη αυξήθηκε κατά 35,7% σε πραγματικές τιμές. Το 94,6% των δαπανών αυτών αφορά τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Αν και μόνο το 4,2% των δαπανών για φροντιστήρια γενικής εκπαίδευσης αφορά στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, ωστόσο η δαπάνη αυτή έχει τετραπλασιαστεί μέσα σε μία δεκαετία: από 5,9 εκατ. ευρώ το 2013 έχει ανέλθει σε 26,1 εκατ. ευρώ το 2023. Σύμφωνα με τα στοιχεία, η μέση οικογενειακή μηνιαία δαπάνη για τα φροντιστήρια ανέρχεται σε 180 ευρώ, καταγράφοντας όμως έντονη ανισότητα: το φτωχότερο 25% δαπανά κάτω από 70 ευρώ, ενώ το πλουσιότερο 25% άνω από 250 ευρώ μηνιαίως. Αξίζει να σημειωθεί, ότι τα νοικοκυριά με μηνιαίο εισόδημα έως 750 ευρώ διαθέτουν για φροντιστήρια το 24,1% του ετήσιου εισοδήματός τους, έναντι μόλις 3,3% στις υψηλότερες εισοδηματικές τάξεις. Επίσης, αν και 7 στους 10 γονείς και νέους δηλώνουν αρκετά έως πολύ ικανοποιημένοι από την φροντιστηριακή εκπαίδευση, το 50% των γονέων, την ίδια στιγμή, θεωρεί ότι τα φροντιστήρια επιβαρύνουν οικονομικά την οικογένεια και υπερφορτώνουν τους μαθητές. Ακόμη, το 48,7% των γονέων πιστεύει ότι το παιδί τους δεν θα είχε περάσει στις πανελλήνιες εξετάσεις χωρίς φροντιστήριο.
Το διακύβευμα, η ενίσχυση του δημόσιου σχολείου Σχολιάζοντας τα ευρήματα της έρευνας, ο κ. Γούλας τόνισε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ότι «τα φροντιστήρια στην Ελλάδα έχουν πάψει εδώ και δεκαετίες να αποτελούν απλό συμπλήρωμα της τυπικής σχολικής φοίτησης και βρίσκονται ενσωματωμένα πλήρως στον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται η εκπαιδευτική διαδρομή χιλιάδων οικογενειών». Ο κ. Γούλας χαρακτήρισε την εξωσχολική αυτή υποστήριξη των μαθητών «σταθερή και σχεδόν ανελαστική δαπάνη» για τα ελληνικά νοικοκυριά και επεσήμανε ότι «το βάρος της δεν κατανέμεται ισότιμα»: «Τα νοικοκυριά με χαμηλότερα εισοδήματα διαθέτουν αναλογικά μεγαλύτερο μέρος των πόρων τους για να ακολουθήσουν την ίδια εκπαιδευτική διαδρομή επιτείνοντας ακόμη περισσότερο τις κοινωνικές ανισότητες στην εκπαίδευση», είπε χαρακτηριστικά. Υπογράμμισε, λοιπόν, ότι το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι να υπάρξει συμβιβασμός με αυτή την κανονικότητα, αλλά η αποκατάσταση της δυνατότητας του δημόσιου σχολείου «να στηρίζει ουσιαστικά, αποτελεσματικά και ισότιμα όλους τους μαθητές, επιτελώντας παράλληλα τον ρόλο του ως μηχανισμού θετικής κοινωνικής κινητικότητας».
Αθηνά Καστρινάκη / ΑΠΕ-ΜΠΕ