
«Σύμφωνα με πληροφορίες, παρά την παρέλευση μηνών, δεν έχουν προχωρήσει ακόμα οι διαδικασίες ανάθεσης της (αχρείαστης) Μελέτης οικονομικών παραμέτρων της Ηλεκτρικής Διασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου, που καθυστερεί αδικαιολόγητα το έργο εν μέσω ενεργειακής κρίσης. Ερωτάται η Επιτροπή εάν γνωρίζει ποιο είναι το χρονοδιάγραμμα της Μελέτης κι εάν έχουν αιτηθεί οι ελληνικές και κυπριακές Αρχές οικονομική, ή τεχνική βοήθεια από ευρωπαϊκούς Θεσμούς (Επιτροπή, ΕΙΒ κτλ)»;
Την αδικαιολόγητη καθυστέρηση της Ηλεκτρικής Διασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου (Great Sea Interconnector), λόγω πολύμηνης καθυστέρησης στην ανάθεση της αχρείαστης Μελέτης οικονομικών παραμέτρων του έργου, φέρνει με κατεπείγουσα ερώτησή του στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ο Επικεφαλής της Αντιπροσωπείας του ΠΑΣΟΚ στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και Αντιπρόεδρος της Ομάδας των Σοσιαλιστών και Δημοκρατών καθ. Γιάννης Μανιάτης.
Στην ερώτησή του ο Γ. Μανιάτης ζητά από την Επιτροπή να πληροφορηθεί εάν έχουν αιτηθεί οι ελληνικές και κυπριακές Αρχές οικονομική, ή τεχνική βοήθεια από ευρωπαϊκούς Θεσμούς (Επιτροπή, ΕΙΒ κτλ), ποιο είναι το χρονοδιάγραμμα υλοποίησης της Μελέτης, καθώς και τις προθέσεις της τελευταίας για την προώθηση του έργου στο πλαίσιο των σχεδιαζόμενων μέτρων αντιμετώπισης της πρόσφατης ενεργειακής κρίσης.
Στις 9 Απριλίου υιοθετήθηκε από την ΕΕ ο 7ος κατά σειρά κατάλογος Έργων Κοινού Ενδιαφέροντος της ΕΕ (Projects of Common Interest / PCI). Η ηλεκτρική διασύνδεση της Ελλάδας με τη Κύπρο έχει συμπεριληφθεί σε όλους τους προηγούμενους 6 καταλόγους PCI (επικαιροποιούνται ανά διετία), αποδεικνύοντας ότι το έργο «πληροί τα κριτήρια του κανονισμού ΔΕΔ-Ε, συμπεριλαμβανομένης θετικής ανάλυσης κόστους-οφέλους», όπως άλλωστε επισήμανε η Επιτροπή στις 18 Φεβρουαρίου 2026 με την απάντησή της σε προηγούμενη ερώτησή του Γ. Μανιάτη (E-004589/2025/18.2.2026).
Παρότι το έργο:
(α) είναι από τα παλαιότερα, που δεν έχουν υλοποιηθεί, στον σχετικό Κατάλογο προτεραιοτήτων της ΕΕ στην ενέργεια (πρώτη φορά συμπεριλήφθηκε με πρωτοβουλία μας το 2013),
(β) έχει εξασφαλίσει μια από τις μεγαλύτερες χρηματοδοτήσεις όλων των εποχών από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό «Συνδέοντας την Ευρώπη» (CEF) με 657 εκατ. Ευρώ,
(γ) διαθέτει ισχυρή πολιτική στήριξη από την ΕΕ (στην απάντησή της στις 18 Φεβρουαρίου η Επιτροπή, μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι: «η Επιτροπή δεσμεύεται πλήρως να δώσει ιδιαίτερη έμφαση στην ενωσιακή διάσταση του έργου σε τρίτες χώρες, ώστε να αποφευχθούν περαιτέρω καθυστερήσεις στην υλοποίησή του») και
(δ) τον Δεκέμβριο η Επιτροπή ενέταξε το έργο στις 8 προτεραιότητες διασυνδέσεων της ΕΕ, τις λεγόμενες «Ενεργειακές Λεωφόρους» του Πακέτου για τα Δίκτυα,
οι κυβερνήσεις Ελλάδας και Κύπρου συνειδητά επέλεξαν να καθυστερήσουν το έργο με την ανάθεση μιας αχρείαστης Μελέτης εξέτασης ορισμένων οικονομικών παραμέτρων του.
Δυστυχώς, τόσους μήνες μετά και παρά τη διαρκή επιδείνωση στις αγορές ενέργειας, λόγω των διαδοχικών κρίσεων, οι δύο Κυβερνήσεις έχουν επιλέξει να παγώσουν ένα έργο που θα άρει την ενεργειακή απομόνωση της Κύπρου, θα βελτιώσει την ενεργειακή ασφάλεια (το 2023 η ενεργειακή εξάρτηση Ελλάδας και Κύπρου από τρίτους προμηθευτές ήταν περίπου 75% και 92% αντίστοιχα, με το μ.ο. της ΕΕ-27 μόλις 58%) και θα επιτρέψει τη διασυνοριακή ανάπτυξη των ΑΠΕ και την εξομάλυνση των τιμών, μέσω της εμπορίας ενέργειας.
Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της ερώτησης:
«Η ηλεκτρική διασύνδεση Great Sea Interconnector, προσφάτως ενταγμένη για 7η κατά σειρά φορά στον ενωσιακό κατάλογο Έργων Κοινού Ενδιαφέροντος (PCI), έχοντας λάβει σημαντική χρηματοδότηση από τον Μηχανισμό «Συνδέοντας της Ευρώπη» (CEF), και αποτελώντας μία από τις Ενεργειακές Λεωφόρους, της δέσμης μέτρων για τα ευρωπαϊκά δίκτυα του Δεκεμβρίου 2025, όπως άλλωστε αναγνωρίζει η Επιτροπή με προηγούμενη απάντησή της (E-004589/2025/18.2.2026) «πληροί τα κριτήρια του κανονισμού ΔΕΔ-Ε, συμπεριλαμβανομένης θετικής ανάλυσης κόστους-οφέλους». Παρόλα αυτά, οι ελληνικές και Κυπριακές Αρχές, το φθινόπωρο 2025, επέλεξαν να καθυστερήσουν το έργο δηλώνοντας ότι θα αναθέσουν Μελέτη εξέτασης ορισμένων οικονομικών παραμέτρων του, που σύμφωνα με πληροφορίες, παρά την παρέλευση μηνών, δεν έχει ανατεθεί ακόμα.
Δεδομένης της επιδεινούμενης κατάστασης της αγοράς ενέργειας, λόγω των διαδοχικών πολεμικών – ενεργειακών κρίσεων, της γεωπολιτικής και ενεργειακής σπουδαιότητας της διασύνδεσης (άρση απομόνωσης Κύπρου, ενοποίηση αγορών, προώθηση πράσινου ηλεκτρισμού, κτλ), της διαχρονικής έμπρακτης στήριξης της Επιτροπής στο έργο, αλλά και της δηλωμένης πρόθεσής της να επιταχύνει την Ενεργειακή Ένωση στην ΕΕ, ερωτάται η Επιτροπή:
- Γνωρίζει πότε θα προχωρήσει η ανάθεση της Μελέτης και με ποιο χρονοδιάγραμμα;
- Έχουν αιτηθεί οι ελληνικές και κυπριακές Αρχές οικονομική, ή τεχνική βοήθεια για τη Μελέτη από ευρωπαϊκούς Θεσμούς (Επιτροπή, ΕΙΒ κτλ);
- Στις αναμενόμενες νέες πρωτοβουλίες της λόγω της ενεργειακής κρίσης, η Επιτροπή σχεδιάζει μέτρα για διασυνδέσεις με σοβαρές καθυστερήσεις υλοποίησης, όπως αυτή;»











