
Μία σταθερή και δυναμική παρουσία στο ευρωπαϊκό περιβάλλον διατηρεί η ελληνική αγορά καλλυντικών, επιβεβαιώνοντας τη σημασία της τόσο για την εγχώρια οικονομία όσο και για το εξαγωγικό προφίλ της χώρας.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Cosmetics Europe (Ευρωπαϊκός Σύνδεσμος Βιομηχανίας Καλλυντικών), η συνολική αξία της αγοράς (σε τιμές λιανικής) ανέρχεται σε 1,714 δισ. ευρώ, αντιπροσωπεύοντας περίπου το 1,6% της ευρωπαϊκής αγοράς καλλυντικών.
Η κατά κεφαλήν κατανάλωση στην Ελλάδα φτάνει τα 165 ευρώ, επίπεδο υψηλότερο από χώρες όπως η Βουλγαρία και η Ρουμανία, αν και παραμένει κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο των 183 ευρώ. Το στοιχείο αυτό δείχνει ότι υπάρχει ακόμη περιθώριο περαιτέρω ανάπτυξης στην εγχώρια αγορά.
Σε επίπεδο κατηγοριών προϊόντων, η περιποίηση δέρματος κυριαρχεί, καταλαμβάνοντας το 42,5% της αγοράς. Ακολουθούν τα προϊόντα περιποίησης μαλλιών με 22%, τα διακοσμητικά καλλυντικά με 13,2%, τα προϊόντα καθημερινής υγιεινής (12,9%) και τα αρώματα με 9,4%. Η ισχυρή παρουσία της περιποίησης δέρματος καταδεικνύει τη στροφή των καταναλωτών σε προϊόντα φροντίδας και ευεξίας.
Ιδιαίτερα θετική είναι η εικόνα στον τομέα των εξαγωγών. Το 2024 καταγράφηκε αύξηση 6,4% σε σχέση με το 2023, με την Ελλάδα να παρουσιάζει ισχυρή ανάκαμψη, ξεπερνώντας σε επιδόσεις αρκετές χώρες της Δυτικής Ευρώπης. Η εξέλιξη αυτή ενισχύει τη διεθνή ανταγωνιστικότητα των ελληνικών επιχειρήσεων καλλυντικών.
Καθοριστικό ρόλο στον κλάδο διαδραματίζουν οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Στην Ελλάδα δραστηριοποιούνται περίπου 163 Μικρομεσαίες Επιχειρήσεις (ΜμΕ) στον τομέα των καλλυντικών, οι οποίες συμβάλλουν σημαντικά στην απασχόληση και στην εγχώρια παραγωγή, αποτελώντας τη ραχοκοκαλιά του κλάδου.
Συνολικά, η ελληνική αγορά καλλυντικών εμφανίζει ανθεκτικότητα και προοπτικές περαιτέρω ανάπτυξης, ιδιαίτερα μέσα από την ενίσχυση των εξαγωγών και την επένδυση στην καινοτομία. Την ίδια στιγμή, ο ανταγωνισμός ανάμεσα στα σούπερ μάρκετ και τα ηλεκτρονικά φαρμακεία εντείνεται. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Circana (Ιανουάριος 2026) συνολικά στα σούπερ μάρκετ (ηλεκτρονικά και φυσικά καταστήματα) η κατηγορία των καλλυντικών αποτιμάται σε πωλήσεις 596 εκατ. ευρώ (αύξηση 1,7% σε σχέση με το 2024). Μερίδιο 28,8% καταλαμβάνουν προϊόντα ομορφιάς και αντηλιακά, 28,2% περιποίησης μαλλιών και styling, 27,8% περιποίησης δέρματος και 15,2% προϊόντα στοματικής υγιεινής. Στα ηλεκτρονικά σούπερ μάρκετ οι πωλήσεις καλλυντικών φτάνουν τα 10 εκατ. ευρώ (-1,5% σε σχέση με το 2024). Μερίδιο 36,8% καταλαμβάνει η κατηγορία περιποίησης δέρματος, 27,2% περιποίησης μαλλιών και styling, 18,9% τα προϊόντα ομορφιάς και αντιηλιακά και 17,2% τα προϊόντα στοματικής υγιεινής.
Στα ηλεκτρονικά φαρμακεία η κατηγορία των καλλυντικών αποτιμάται στα 114 εκατ. ευρώ (αύξηση 4,6% σε σχέση με το 2024). Κυριαρχούν τα προϊόντα περιποίησης δέρματος με μερίδιο 57,5% των συνολικών πωλήσεων και ακολουθούν τα προϊόντα ομορφιάς και αντιηλιακά (23,4%), τα προϊόντα περιποίησης μαλλιών και styling (10,1%) και τα προϊόντα στοματικής υγιεινής (9,1%).
Στη δυναμική του εγχώριου κλάδου καλλυντικών αναφέρθηκε εχθές ο πρόεδρος του Πανελλήνιου Συνδέσμου Βιομηχάνων & Αντιπροσώπων Καλλυντικών & Αρωμάτων, Χρήστος Στανίτσας, στο πλαίσιο της ετήσιας τακτικής γενικής συνέλευσης του ΠΣΒΑΚ που πραγματοποιήθηκε στο Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Αθηνών. «Ο κλάδος των καλλυντικών στην Ελλάδα συνεχίζει να εξελίσσεται δυναμικά, ενισχύοντας την καινοτομία, την ασφάλεια και τη βιωσιμότητα» ανέφερε.
Ο ΠΣΒΑΚ, σύμφωνα με τον κ. Στανίτσα παραμένει σταθερά προσανατολισμένος στην υποστήριξη των επιχειρήσεων του κλάδου, ενισχύοντας τον διάλογο με τους θεσμούς και συμβάλλοντας ενεργά στις ευρωπαϊκές εξελίξεις, όπως η αναθεώρηση του κανονισμού για τα καλλυντικά.
Ο κ. Στανίτσας παραδέχθηκε ότι υπάρχουν ακόμα προκλήσεις, ρυθμιστικά θέματα, αυξημένο κόστος, ανταγωνισμός και διεθνείς πιέσεις που επηρεάζουν τις επιχειρήσεις του κλάδου. Την ίδια ώρα προβληματισμός επικρατεί λόγω των στη Μέση Ανατολή. «Με ενότητα, συνέπεια και εξωστρέφεια ο ΠΣΒΑΚ παραμένει επίσημος εκπρόσωπος της ελληνικής βιομηχανίας συνεχίζοντας τη δραστηριότητά του για την υποστήριξη των ελών του σε όλα τα επίπεδα» υπογράμμισε ο πρόεδρος του Συνδέσμου.
Από την πλευρά της, η Σοφία Κουνενάκη Εφραίμογλου, Α’ αντιπρόεδρος του ΕΒΕΑ ανέφερε ότι ο κλάδος των καλλυντικών και αρωμάτων αποτελεί ένα από τους πιο δυναμικούς τομείς της ευρωπαϊκής βιομηχανίας. Το 2024 η ευρωπαϊκή αγορά ξεπέρασε τα 100 δισ. ευρώ καταγράφοντας ανάπτυξη άνω του 6% ενώ οι εξαγωγές διαμορφώθηκαν σε πάνω από 76 δισ. ευρώ. «Πρόκειται για έναν κλάδο με ισχυρή διεθνή παρουσία σημαντική συμβολή στο εμπορικό ισοζύγιο και ουσιαστικό αποτύπωμα στην απασχόληση καθώς στηρίζει εκατοντάδες χιλιάδες άμεσες και εκατομμύρια έμμεσες θέσεις εργασίας στην Ευρώπη» τόνισε.
Η ίδια υποστήριξε ότι σε αυτό το ευρωπαϊκό περιβάλλον η Ελλάδα διατηρεί αξιόλογη παρουσία. Η εγχώρια αγορά προσεγγίζει τα 1,7 δισ. ευρώ με σταθερή αναπτυξιακή πορεία ενώ περισσότερες από 160 μικρομεσαίες επιχειρήσεις δραστηριοποιούνται στον τομέα αποτελώντας τη ραχοκοκαλιά της παραγωγής και της απασχόλησης.
«Σήμερα οι επιχειρήσεις του κλάδου καλούνται να ανταποκριθούν σε αυξημένες κανονιστικές απαιτήσεις, στην ανάγκη για βιώσιμες πρακτικές, στην πράσινη μετάβαση αλλά και στην ενσωμάτωση της καινοτομίας και της ψηφιοποίησης. Οι προκλήσεις είναι σημαντικές αλλά ταυτόχρονα δημιουργούν νέες ευκαιρίες διαφοροποίησης και ενίσχυσης της διεθνούς παρουσίας. Το ΕΒΕΑ ως θεσμικός σύμβουλος της πολιτείας παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις και παρεμβαίνει όπου απαιτείται για τη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος. Στόχος μας είναι ένα σταθερό και προβλέψιμο πλαίσιο που θα επιτρέπει στις επιχειρήσεις του κλάδου σας να επενδύουν, να αναπτύσσονται και να ενισχύουν την εξωστρέφειά τους» υπογράμμισε.
ΑΠΕ-ΜΠΕ











