Μπορείτε τώρα να ρυθμίσετε χρέη σε Εφορία, Δήμους, Ταμεία με τον «νόμο Κατσέλη»

Με εγκύκλιο του το Υπουργείο Οικονομικών δίνονται οδηγίες για την ρύθμιση οφειλών σε Εφορία, Δήμους, Ταμεία με τον «νόμο Κατσέλη».

Στην εγκύκλιο παρέχονται βασικές οδηγίες,σχετικές με τις ενέργειες της Φορολογικής Διοίκησης για το χειρισμό υποθέσεων οφειλετών φυσικών προσώπων που υποβάλλουν ενώπιον του αρμόδιου Ειρηνοδικείου αιτήσεις για συλλογική διευθέτηση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του ν. 3869/2010, όπως ισχύει, στις οποίες περιλαμβάνονται και οφειλές βεβαιωμένες στη Φορολογική Διοίκηση, με σκοπό την ορθή εφαρμογή του νόμου και τη διασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου, ως πιστωτή, στο πλαίσιο της εν λόγω συλλογικής διαδικασίας.

Επισημαίνεται ότι οι διατάξεις του ν. 4336/2015 –επομένως και η δυνατότητα υπαγωγής των οφειλών που είναι βεβαιωμένες στη Φορολογική Διοίκηση στο πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010- ισχύουν για αιτήσεις που υποβάλλονται (κατατίθενται στο Ειρηνοδικείο) μετά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (ν. 4336/2015), δηλαδή από 19/8/2015 (βλ. παρ. 5 άρθρου 2 υποπαραγράφου Α4 Μέρους Β΄ ν. 4336/2015).

Παρέχεται ωστόσο από το νόμο η δυνατότητα και σε οφειλέτες που έχουν ήδη υποβάλει κατά την ανωτέρω ημερομηνία αιτήσεις υπαγωγής στον ν. 3869/2010, εφόσον οι αιτήσεις τους δεν έχουν συζητηθεί ή δεν έχει επέλθει συμβιβασμός, να «επανυποβάλλουν αιτήσεις», προκειμένου να υπαχθούν στις διατάξεις του ν. 3869/2010, όπως τροποποιήθηκαν με τον ν. 4336/2015, εντάσσοντας στις αιτήσεις τους και τις οφειλές τους προς φορείς του δημόσιου τομέα, όπως οι βεβαιωμένες στη Φορολογική Διοίκηση οφειλές (βλ. παρ. 3 άρθρου 2 υποπαραγράφου Α4 Μέρους Β΄ ν. 4336/2015 και Κ.Υ.Α. 8986/2015 – ΦΕΚ Β΄2208, όπου η νέα αίτηση αναφέρεται ως «αίτηση συμπλήρωσης οφειλών»).

ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ ΔΙΕΥΘΕΤΗΣΗΣ ΟΦΕΙΛΩΝ ΚΑΤΑ ΤΟΝ Ν. 3869/2010

Α. ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΥΠΑΓΩΓΗ ΟΦΕΙΛΕΤΗ ΣΤΙΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ Ν. 3869/2010

Η αίτηση για ρύθμιση οφειλών κατά τις διατάξεις του ν. 3869/2010 κατατίθεται από τον οφειλέτη ενώπιον του Ειρηνοδικείου στην περιφέρεια του οποίου έχει την κατοικία του, άλλως τη συνήθη διαμονή του, και εκδικάζεται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (βλ. άρθρο 3 του νόμου).

  1. Προϋποθέσεις υπαγωγής στη διαδικασία του ν. 3869/2010
  2. Γενικές προϋποθέσεις: Σύμφωνα με το άρθρο 1 του νόμου, που ορίζει τις ουσιαστικές προϋποθέσεις για την υπαγωγή ενός οφειλέτη στη διαδικασία του ν. 3869/2010, ο αιτών πρέπει να είναι φυσικό πρόσωπο, χωρίς πτωχευτική ικανότητα, δηλαδή να μην είναι έμπορος (βλ. άρθρο 2 παρ. 1 Πτωχευτικού Κώδικα, ΠΟΛ 1050/2010, βλ. αναλυτικότερα κατωτέρω στο κεφάλαιο Δ II 2 i της παρούσας) και να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του (βλ. παράγραφο 1 άρθρου 1).

Αναφορικά με την έννοια της «μόνιμης και γενικής αδυναμίας πληρωμής» διευκρινίζεται ότι, όπως γίνεται γενικά δεκτό στη σχετική νομολογία και τη θεωρία, η προϋπόθεση αυτή συντρέχει όχι μόνο στις περιπτώσεις που έχει παύσει η εξυπηρέτηση κάθε χρέους από τον οφειλέτη, αλλά και σε περιπτώσεις που ο οφειλέτης εξακολουθεί μεν να εκπληρώνει κάποιες χρηματικές υποχρεώσεις του, προκύπτει όμως αδυναμία πληρωμής για ουσιώδες τμήμα των χρεών του2. Επομένως, η εξυπηρέτηση κάποιων οφειλών δεν αρκεί για να άρει τη γενικότητα της «αδυναμίας πληρωμών». Επίσης, διευκρινίζεται ότι η αδυναμία πληρωμής προϋποθέτει έλλειψη ρευστότητας, όχι απαραίτητα έλλειψη περιουσιακών στοιχείων.

Επίσης, προϋπόθεση για την υπαγωγή στον ν. 3869/2010 είναι οι (τυχόν) οφειλές του αιτούντος προς φορείς του δημόσιου τομέα (οφειλές βεβαιωμένες στη Φορολογική Διοίκηση κατά τον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, τον Κ.Ε.Δ.Ε. και τον Τελωνειακό Κώδικα, οφειλές προς Ο.Τ.Α., ασφαλιστικές εισφορές προς Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης) να μην αποτελούν το σύνολο των χρεών του και να υποβάλλονται σε ρύθμιση κατά τις διατάξεις του ν. 3869/2010 από κοινού με τις οφειλές του προς ιδιώτες πιστωτές.

  1. Εξαιρετέες οφειλές: Στη διαδικασία συλλογικής διευθέτησης οφειλών του ν. 3869/2010 δεν επιτρέπεται κατά το νόμο (παράγραφος 4 του άρθρου 1) να ενταχθούν ορισμένες κατηγορίες οφειλών του αιτούντος και συγκεκριμένα οφειλές που:

 έχουν αναληφθεί ή βεβαιωθεί εντός του τελευταίου έτους πριν από την κατάθεση της αίτησης (με την επιφύλαξη των δυνητικά υπαγόμενων οφειλών που προβλέπονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 1 του νόμου, για τις οποίες δεν ισχύει ο εν λόγω περιορισμός βλ. αμέσως κατωτέρω υπό 3)

 δημιουργήθηκαν από αδίκημα που τελέσθηκε από τον οφειλέτη με δόλο ή βαρεία αμέλεια,

 συνίστανται σε διοικητικά πρόστιμα ή χρηματικές ποινές

 αφορούν στην υποχρέωση διατροφής συζύγου ή ανήλικου τέκνου

  1. Δυνητικά υπαγόμενες οφειλές:
  2. Περαιτέρω, ο νόμος προβλέπει τη δυνατότητα του οφειλέτη να εντάξει στην αίτησή του οφειλές που έχουν γεννηθεί (τουλάχιστον) ένα έτος πριν από την κατάθεση της αίτησης και βεβαιώνονται στη Φορολογική Διοίκηση μετά από παραίτηση από την άσκηση του δικαιώματος ή και του δικογράφου οποιουδήποτε ενδίκου βοηθήματος ή μέσου ενώπιον αρμοδίου δικαστηρίου ή προσφυγής ενώπιον διοικητικής αρχής μέχρι την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης του ν. 3869/2010 ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου, εφόσον οι υποθέσεις εκκρεμούν ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων και διοικητικών αρχών και δεν έχουν ακόμη συζητηθεί (βλ. πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 1).

Όπως σαφώς προκύπτει από την περιγραφή και τη γραμματική διατύπωση («βεβαιώνονται» αντί «βεβαιώθηκαν») των προϋποθέσεων για τη δυνητική υπαγωγή των

ανωτέρω οφειλών στη διαδικασία ρύθμισης του ν. 3869/2010, δεν ισχύει ως προς αυτές ο περιορισμός της παραγράφου 4 του άρθρου 1 όσον αφορά το χρόνο βεβαίωσης, δηλαδή μπορούν να ρυθμιστούν κατά τον ν. 3869/2010 οφειλές που έχουν βεβαιωθεί εντός του τελευταίου έτους πριν από την κατάθεση της αίτησης, εφόσον συντρέχουν οι προαναφερθείσες προϋποθέσεις, αρκεί, βεβαίως, οι οφειλές να είναι βεβαιωμένες κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης στο Ειρηνοδικείο. Η μη ισχύς στην περίπτωση αυτή του περιορισμού της παραγράφου 4 του άρθρου 1 του νόμου όσον αφορά το χρόνο βεβαίωσης των οφειλών πρέπει να γίνει δεκτή, παρά τη γραμματική διατύπωση του τελευταίου εδαφίου της ανωτέρω παραγράφου, που εξαιρεί ρητά από την ισχύ του περιορισμού όχι την εν λόγω κατηγορία δυνητικά υπαγόμενων οφειλών, που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 1, αλλά μόνο τις οφειλές του δεύτερου εδαφίου της ίδιας παραγράφου (βλ. αμέσως κατωτέρω). Η ανωτέρω θέση πρέπει να υιοθετηθεί, διότι σε διαφορετική περίπτωση (αν δηλαδή η δυνατότητα υπαγωγής στον ν. 3869/2010 προβλεπόταν μόνο για οφειλές ήδη βεβαιωμένες πριν από ένα έτος από την κατάθεση της αίτησης) αφενός θα παρείλκε η προσθήκη στο νόμο της υπό στοιχείο (α) προϋπόθεσης περί χρόνου γέννησης των εν λόγω οφειλών ένα έτος πριν από την κατάθεση της αίτησης, αφετέρου δεν θα δικαιολογούνταν η διαφορετική νομοθετική μεταχείριση των εν λόγω οφειλών.

  1. Σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 1, στην επιλογή του αιτούντος οφειλέτη επαφίεται αν θα περιλάβει στην αίτηση ρύθμισης κατά τις διατάξεις του ν. 3869/2010 βεβαιωμένες οφειλές του στη Φορολογική Διοίκηση οι οποίες κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης είναι ενταγμένες σε ισχύουσα ρύθμιση ή διευκόλυνση τμηματικής καταβολής, κατά τις κείμενες διατάξεις, ή οφειλές που τελούν σε αναστολή διοικητική, δικαστική ή εκ του νόμου.

Όπως προκύπτει από τη γραμματική διατύπωση του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 1 του νόμου, ως προς την εν λόγω κατηγορία δυνητικά υπαγόμενων οφειλών δεν ισχύει ο περιορισμός της παραγράφου 4 του άρθρου 1 όσον αφορά το χρόνο βεβαίωσης, δηλαδή δύνανται να υπαχθούν στον ν. 3869/2010 ρυθμισμένες ή υπό αναστολή οφειλές ακόμα κι αν έχουν βεβαιωθεί εντός του τελευταίου έτους πριν από την κατάθεση της αίτησης στο Ειρηνοδικείο.

  1. Περιεχόμενο της αίτησης – απαραίτητα συνοδευτικά έγγραφα και δικαιολογητικά
  2. Από το άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 3869/2010, σε συνδυασμό με τα άρθρα 5, 8 και 9 αυτού, προκύπτει ότι η αίτηση για υπαγωγή στη συλλογική διαδικασία διευθέτησης οφειλών κατά τον ν. 3869/2010, όπως ισχύει, πρέπει να περιλαμβάνει:

 περιγραφή της περιουσιακής κατάστασης του αιτούντος και του συζύγου του και των πάσης φύσεως εισοδημάτων τους,

 κατάσταση των πιστωτών του αιτούντος και των απαιτήσεων που υφίστανται σε βάρος του, αναλυομένων «σύμφωνα με τα οριζόμενα στις παραγράφους 4 και 4α του άρθρου 2» του νόμου, δηλαδή σύμφωνα με τις διατάξεις που προβλέπουν τη υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων και των φορέων του δημόσιου τομέα να χορηγούν στον οφειλέτη αναλυτική κατάσταση οφειλών με ορισμένο περιεχόμενο (βλ. κεφάλαιο Β). Επισημαίνεται ότι στο εν λόγω -πληροφοριακού χαρακτήρα- τμήμα της αίτησης αναφέρονται όχι μόνο οι οφειλές οι οποίες περιλαμβάνονται στο σχέδιο διευθέτησης που προτείνει ο αιτών και των οποίων ζητείται η ρύθμιση, αλλά το σύνολο των οφειλών του αιτούντος, συμπεριλαμβανομένων δηλαδή τόσο τυχόν εξαιρούμενων από το πεδίο εφαρμογής του νόμου οφειλών όσο και δυνητικά υπαγόμενων οφειλών, τις οποίες ο αιτών τυχόν επέλεξε να μην εντάξει στη διαδικασία του ν. 3869/2010.

 αναφορά σε τυχόν μεταβίβαση από τον οφειλέτη εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων κατά την τελευταία τριετία πριν από την κατάθεση της αίτησης. Παρατηρείται ότι, ενώ κατά τα άρθρα ΑΚ 939 επ. η προθεσμία για τη διάρρηξη καταδολιευτικών δικαιοπραξιών είναι πενταετής (ΑΚ 946), στις υποθέσεις του ν. 3869/2010 η σχετική υποχρέωση ενημέρωσης από τον οφειλέτη περιορίζεται στην τριετία.

 το σχέδιο διευθέτησης των οφειλών του αιτούντος, το οποίο, κατά το νόμο, πρέπει να «λαμβάνει υπόψη με εύλογο τρόπο και συσχέτιση τα συμφέροντα των πιστωτών, την περιουσία, τα εισοδήματα και τις δαπάνες διαβίωσης του ιδίου και της οικογενείας του και την προστασία της κύριας κατοικίας του σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 2 του άρθρου 9 του παρόντος νόμου». Το σχέδιο αυτό μπορεί να έχει δύο σκέλη ή να είναι ενιαίο. Στην πρώτη περίπτωση υποβάλλονται από τον αιτούντα δύο διαφορετικού περιεχομένου προτάσεις ρύθμισης οφειλών, η μία ως πρόταση προς τους πιστωτές για συμβιβασμό και η άλλη ως πρόταση δικαστικής ρύθμισης οφειλών, σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί συμβιβασμός. Στη δεύτερη περίπτωση η πρόταση είναι ενιαία και υποβάλλεται με αίτημα δικαστικού συμβιβασμού και, σε περίπτωση αποτυχίας του, με αίτημα δικαστικής ρύθμισης. Επισημαίνεται ότι, σε περίπτωση δικαστικής ρύθμισης των οφειλών, το σχέδιο δεν είναι δεσμευτικό για το δικαστή, ο οποίος μπορεί να ορίσει μικρότερες ή μεγαλύτερες μηνιαίες καταβολές από τις προτεινόμενες, σύμφωνα με τα κριτήρια που θέτει ο νόμος και

τα αιτήματα που υποβάλλονται από τον οφειλέτη ενώπιον του δικαστηρίου, όπως:

α. αίτημα για συμβιβασμό με τους πιστωτές, που θα επικυρωθεί από το δικαστήριο (βλ. άρθρο 5 του νόμου),

σε περίπτωση δε αποτυχίας του συμβιβασμού,

β. αίτημα για δικαστική ρύθμιση των οφειλών του αιτούντος (βλ. άρθρα 8 και 9 του νόμου),

γ. αίτημα για εξαίρεση του ακινήτου του οφειλέτη που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του από την εκποίηση της περιουσίας του, που θα διαταχθεί από το δικαστήριο προς ικανοποίηση των πιστωτών, παράλληλα με τη δικαστική ρύθμιση των απαιτήσεών τους, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 9 του νόμου (βλ. άρθρο 9 παρ. 2 σε συνδυασμό με παρ. 3 του νόμου) και

δ. αίτημα για προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης έως τη συζήτηση της κύριας αίτησης, δηλαδή των αιτημάτων υπό στοιχεία β και γ, με την έκδοση προσωρινής διαταγής.

Επισημαίνεται ήδη από το σημείο αυτό ότι η κανονική εκτέλεση από τον αιτούντα οφειλέτη των υποχρεώσεών του που επιβλήθηκαν με τη δικαστική απόφαση που εκδόθηκε κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 8 παρ. 2,4 και 5 του νόμου, δηλαδή η συμμόρφωση προς την υποχρέωση σύμμετρων καταβολών προς τους πιστωτές, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην απόφαση αυτή και στο νόμο, για χρονικό διάστημα τριών ετών, στο οποίο συνυπολογίζονται οι καταβολές από την κατάθεση της αίτησης έως την έκδοση της οριστικής απόφασης, συνεπάγεται κατά νόμο την απαλλαγή του οφειλέτη από κάθε τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο των οφειλών που εντάχθηκαν στη ρύθμιση. Την απαλλαγή από το υπόλοιπο οφειλών πιστοποιεί το δικαστήριο μετά από αίτηση του οφειλέτη που κοινοποιείται στους πιστωτές (βλ. άρθρο 11 παρ. 1 του νόμου).

  1. Ειδικά στην περίπτωση που η αίτηση ασκείται στο πλαίσιο της εξαιρετικής διαδικασίας «ταχείας διευθέτησης μικροοφειλών» κατά το άρθρο 5α του ν. 3869/2010, δεν περιλαμβάνεται στην αίτηση σχέδιο διευθέτησης οφειλών. Το αίτημα στην περίπτωση αυτή συνίσταται στην προσωρινή απαλλαγή του οφειλέτη για χρονικό διάστημα 18 μηνών από τα χρέη του που περιλαμβάνονται στην αίτηση. Για την αποδοχή του ανωτέρω αιτήματος ο οφειλέτης πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει τη συνδρομή των προϋποθέσεων της παραγράφου 1 του άρθρου 5α του νόμου. Μετά την πάροδο του ανωτέρω χρονικού διαστήματος, 18 μηνών από την έκδοση της σχετικής δικαστικής απόφασης, και εφόσον δεν κηρυχθεί έκπτωτος με δικαστική απόφαση από το καθεστώς προσωρινής απαλλαγής, λόγω μεταβολής της περιουσιακής ή εισοδηματικής κατάστασής του, εξαιτίας της οποίας έπαψαν να συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου 1 του άρθρου 5α ή λόγω παράβασης των κατά νόμο υποχρεώσεών του (βλ. άρθρο 5α παρ. 3 και 2, αντίστοιχα), ο αιτών απαλλάσσεται από το υπόλοιπο των χρεών του σύμφωνα με το άρθρο 11 παρ. 1 του ν. 3869/2010.
  2. Η αίτηση πρέπει να συνοδεύεται από έγγραφα που αφορούν την περιουσία και τα εισοδήματα του οφειλέτη και του συζύγου του, τους πιστωτές του και τις απαιτήσεις τους καθώς και από έγγραφη υπεύθυνη δήλωσή του όσον αφορά την ορθότητα του περιεχομένου της αίτησης (βλ. παράγραφο 2 άρθρου 4 του νόμου).

Τα εν λόγω συνοδευτικά έγγραφα, η προσκόμιση των οποίων είναι απαραίτητη για την ολοκλήρωση κατάθεσης της αίτησης σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 4 του νόμου, καθορίζονται ειδικότερα στις υπ’ αριθ. 7534/2015 (ΦΕΚ Β΄1794/20-8-2015) και 8986/2015 (ΦΕΚ Β΄2208/14-10-2015) Κ.Υ.Α., που έχουν εκδοθεί κατ’ εξουσιοδότηση των νέων διατάξεων του ν. 3869/2010 και των μεταβατικών διατάξεων του ν. 4336/2015 και έχουν κοινοποιηθεί από την Υπηρεσία μας με το υπ’ αριθ. Δ. ΕΙΣΠΡ. Ε 1157885 ΕΞ/9-12-2015 έγγραφό της, σε συνδυασμό με τις παραγράφους 4 και 4α του άρθρου 2 του ν. 3869/2010. Κάθε πιστωτής, επομένως και το Δημόσιο, μπορεί να έχει πρόσβαση στα εν λόγω έγγραφα και να λάβει γνώση του περιεχομένου αυτών (βλ. τρίτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 5).

Όσον αφορά ειδικά τις βεβαιωμένες στη Φορολογική Διοίκηση οφειλές του αιτούντος, η αίτηση πρέπει να συνοδεύεται από σχετική αναλυτική κατάσταση οφειλών, που χορηγείται από τη Φορολογική Διοίκηση στον οφειλέτη σύμφωνα με την παράγραφο 4α του άρθρου 2 του νόμου, η οποία προστέθηκε με τον ν. 4336/2015, σε συνδυασμό με την παράγραφο 4 αυτού (βλ. περιπτώσεις 1η της Κ.Υ.Α. 7534/2015 και 1ζ της Κ.Υ.Α. 8986/2015).

Διαβάστε όλη την εγκύκλιο εδώ.